Φαναγορία

Φαναγόρεια, Ἀγρίππεια (6ος αι. π.Χ. - 12ος αι. μ.Χ.)
Η Φαναγορία ήταν πόλη του βασιλείου του Βοσπόρου και βρισκόταν στην ασιατική πλευρά των στενών του Κερτς (Κιμμέριος Βόσπορος). Ιδρύθηκε από Έλληνες αποίκους από την Τέω στα μέσα του 6ου αι. π.Χ. και επιβίωσε περίπου 1.600 χρόνια. Οι αρχαιολογικές ανασκαφές έφεραν στο φως υπολείμματα της αρχαίας πόλης.

1. Γεωγραφική θέση

Η Φαναγορία αποτελεί τη μεγαλύτερη αρχαία ελληνική πόλη επί ρωσικού εδάφους. Υπήρξε μία από τις σημαντικότερες αρχαίες πόλεις κατά μήκος των βόρειων ακτών της Μαύρης θάλασσας. Βρίσκεται στην ακτή της χερσονήσου του Ταμάν (ανάμεσα στη Μαύρη και την Αζοφική θάλασσα στην Κριμαία), ένα χιλιόμετρο δυτικά από τον οικισμό Σέννοι. Η τοποθεσία της πόλης ήταν πλεονεκτική, καθώς είχε πρόσβαση τόσο στις ελληνικές πόλεις του Βοσπόρου όσο και στα εδάφη των Σινδών και των Μαιωτών στη χερσόνησο του Ταμάν. Ο ποταμός Κουμπάν (αρχαίος Ύπανις) ρέει κατά μήκος των δυτικών ακτών της Αζοφικής, κοντά στη Φαναγορία. Στην Αρχαιότητα η περιοχή έμοιαζε με αρχιπέλαγος λόγω των διακλαδώσεων του ποταμού Κουμπάν, οι οποίες αναφέρονται από πολλούς συγγραφείς.1

Ο αρχαίος οικισμός βρίσκεται σε μια περιοχή 65 εκταρίων, έχει ορθογώνιο σχήμα και εκτείνεται σε δύο πλατώματα (άνω και κάτω), τα οποία κατέρχονται προς τον κόλπο. Δυστυχώς, το ένα τρίτο του χώρου βρίσκεται κάτω από τη θάλασσα. Οι υποβρύχιες έρευνες έδειξαν ότι κατά την Αρχαιότητα η πόλη εκτεινόταν άλλα 250-300 μέτρα, τα οποία βρίσκονται πλέον μέσα στη θάλασσα. Κατά τη μακρά ιστορία της πόλης (περισσότερο από 1.600 χρόνια) έχουν δημιουργηθεί τεράστια στρωματογραφικά επίπεδα, τα οποία συχνά αγγίζουν τα 7 μέτρα για κάθε περίοδο. Πάνω από τα ερείπια της πόλης δεν έχει χτιστεί κανένα σύγχρονο κτήριο.

2. Ετυμολογία του ονόματος

Η αρχαία λογοτεχνική παράδοση αναφέρεται σε κάποιον Φανάγορο (Φαναγόρης, Φαιναγόρας),2 ο οποίος καταγόταν από την πόλη της Τέω. Πιστεύεται ότι αυτός ήταν ο ιδρυτής της Φαναγορίας, η οποία εν συνεχεία πήρε το όνομά της από εκείνον. Το όνομα της πόλης διαφέρει από πηγή σε πηγή (Φαναγορεία, Φαναγόρειον, Φαναγορία, Φαναγορούπολις, Φαναγόρη, Φαναγούρα, Φαιναγόρα).

3. Χρονολογία ίδρυσης

Είναι γνωστό ότι, κατά τον 7ο και 6ο π.Χ. αι., οι ιωνικές πόλεις της Μικράς Ασίας ενεπλάκησαν σε πολέμους με τις ανατολικές αυτοκρατορίες (Λυδία, Περσία). Οι πολίτες της Τέω, απειλούμενοι από πιθανές περσικές επιδρομές, αποφάσισαν να μετακινηθούν μαζικά σε νέες περιοχές. Η γνωστή μετανάστευσή τους στα Άβδηρα της Θράκης χρονολογείται περίπου το 545 π.Χ. Οι ιστορικοί υποθέτουν ότι, κατά την ίδια περίοδο, πρόσφυγες από τη Τέω, υπό την καθοδήγηση κάποιου Φαναγόρου, μετακινήθηκαν προς τη χερσόνησο του Ταμάν και ίδρυσαν τη Φαναγορία. Η σύμπτωση αυτή οδήγησε στο συμπέρασμα ότι η χρονολογία ίδρυσης της Φαναγορίας συμπίπτει με αυτή των Αβδήρων, δηλαδή στα μέσα του 6ου αι. π.Χ. Η υπόθεση αυτή συνάδει και με τα αρχαιολογικά δεδομένα. Πιο συγκεκριμένα, τμήματα ιωνικής κεραμικής του 6ου αι. π.Χ. ήρθαν στο φως στα πρωιμότερα στρώματα της «άνω πόλης». Από την άλλη μεριά, αρχαίες πηγές σχετικές με την τύχη των κατοίκων της Τέω δεν κάνουν αναφορά στην ίδρυση της Φαναγορίας. Ως εκ τούτου, θεωρείται ότι η πόλη δεν ιδρύθηκε από κατοίκους της Τέω αλλά από πολίτες των Αβδήρων.

4. Ιστορία

Λιγοστές είναι οι γραπτές πηγές που αναφέρονται στην ιστορία της Φαναγορίας. Οι πρωιμότερες από αυτές ανήκουν στον 6ο αι. π.Χ. Ο Εκαταίος ο Μιλήσιος αναφέρει τη Φαναγορία ως μια πόλη πάνω σε ένα νησί που πήρε το όνομά της από κάποιο Φανάγορο.3 Την πλέον λεπτομερή περιγραφή της τοποθεσίας και της σημασίας της Φαναγορίας παραδίδει ο Στράβων (11.2.10):

«Πλέοντας στη λίμνη Κοροκονδαμίτιδα [σύγχρονος κόλπος του Ταμάν], φτάνει κανείς στη Φαναγορία, μια πόλη σημαντική,4 και στους Κήπους, την Ερμωνάσσα και το Απατούριο και το ιερό της Αφροδίτης […]. Όλοι όσοι υπάγονται στο Βόσπορο λέγονται Βοσπόριοι. Και το Παντικάπαιο [σύγχρονο Κερτς] είναι η μητρόπολη του ευρωπαϊκού Βοσπόρου, ενώ το Φαναγόρειο η μητρόπολη του ασιατικού Βοσπόρου. Η Φαναγορία φημίζεται για το εμπόριο αγαθών που μεταφέρονται από τη Μαιώτιδα [σύγχρονη Αζοφική θάλασσα] και τη βαρβαρική χώρα πέρα από αυτή, και το Παντικάπαιο φημίζεται για τα εμπορεύματα που μεταφέρονται προς τα εκεί από τη θάλασσα».

Στις αρχές του 5ου αι. π.Χ. η Φαναγορία, που ήταν η μεγαλύτερη πόλη της ασιατικής πλευράς των στενών του Κερτς, ενώθηκε με το Παντικάπαιο και με άλλες πόλεις από τις δύο ακτές των στενών και σχημάτισαν κρατίδιο, το βασίλειο του Βοσπόρου. Οι Αρχαιανακτίδες κυβέρνησαν από το 480 έως το 438 π.Χ. Κατόπιν, οι Σπαρτοκίδες πήραν την εξουσία στα χέρια τους μέχρι τα τέλη του 2ου αι. π.Χ. Αυτή υπήρξε για τη Φαναγορία περίοδος μέγιστης ευημερίας, η οποία πιθανότατα ήταν απόρροια του εμπορίου σιτηρών με τη Μεσόγειο και, ειδικότερα, με την Αθήνα. Τα σιτηρά παράγονταν κυρίως στα εύφορα εδάφη του Ταμάν και, συγκεκριμένα, στη χώρα της Φαναγορίας. Τεράστιες ποσότητες πολύτιμων πρώτων υλών έφταναν στη Φαναγορία από τη Μεσόγειο. Η πόλη αποτέλεσε σημαντικότατο διαμετακομιστικό εμπορικό κέντρο: Mέρος των αγαθών που έφταναν εδώ (ρουχισμός, κρασί, ελαιόλαδο, κοσμήματα κ.λπ.) μεταφέρονταν στην ενδοχώρα του Κουμπάν και μέχρι τα Ουράλια όρη.

Κατά τον 1ο αι. π.Χ. η Φαναγορία αποτελούσε τμήμα του αχανούς Ποντικού βασιλείου. Όμως, στον πόλεμο που κήρυξε ο Μιθριδάτης Στ' ο Ευπάτωρ ενάντια στη Ρώμη η Φαναγορία υποστήριξε τους Ρωμαίους. Ο Αππιανός στα Μιθριδατικά5 του περιγράφει διεξοδικά το σπουδαίο αυτό γεγονός που οδήγησε στην πτώση του βασιλιά Μιθριδάτη:

«Όταν ο Μιθριδάτης ανάρρωσε από την ασθένειά του και συγκεντρώθηκε το στράτευμά του (το οποίο αποτελούνταν από εξήντα επιλεγμένες κοόρτεις των 6.000 ατόμων έκαστη και τεράστιο αριθμό άλλων δυνάμεων, εκτός των πλοίων και των οχυρών που είχαν καταλάβει οι στρατηγοί του κατά τη διάρκεια της ασθένειάς του), απέστειλε ένα τμήμα του στην άλλη όχθη των στενών, στη Φαναγορία, έναν παράκτιο εμπορικό κόμβο, ώστε να έχει τον έλεγχο και των δύο πλευρών, όσο ο Πομπήιος ήταν ακόμα στη Συρία. Ο Κάστωρ ο Φαναγόριος, ο οποίος είχε κακοποιηθεί από τον Τρύφωνα, ευνούχο του βασιλιά, συνάντησε τον τελευταίο εισερχόμενος στην πόλη, τον σκότωσε και ξεσήκωσε τους κατοίκους να εξεγερθούν. Παρόλο που η ακρόπολη βρισκόταν ήδη στα χέρια του Αρταφέρνη και των άλλων γιων του Μιθριδάτη, οι κάτοικοι μάζεψαν ξύλα και την πυρπόλησαν. Υπό την απειλή της πυρκαγιάς, ο Αρταφέρνης, ο Δαρείος, ο Ξέρξης, ο Οξάθρης, γιοι του Μιθριδάτη, και η Ευπάτρα, κόρη του Μιθριδάτη, παραδόθηκαν και αιχμαλωτίστηκαν. Ο Αρταφέρνης ήταν περίπου σαράντα ετών, ενώ οι υπόλοιποι ήταν ακόμη παιδιά. Μια άλλη κόρη, η Κλεοπάτρα, αντιστάθηκε. Θαυμάζοντας το θάρρος της, ο πατέρας της έστειλε τριήρεις και την έσωσε. Τα γειτονικά οχυρά που είχαν κατακτηθεί από το Μιθριδάτη εξεγέρθηκαν επίσης – η Χερσόνησος, η Θεοδοσία, το Νυμφαίο και άλλες πόλεις του Ευξείνου, των οποίων η θέση τις καθιστούσε ιδανικές για διεξαγωγή πολέμου».

Μετά το τέλος του πολέμου, η Φαναγορία κηρύχθηκε ανεξάρτητη από τη Ρώμη, ως δείγμα αναγνώρισης της συμβολής της στη ρωμαϊκή νίκη. Ο Αππιανός αναφέρει: «Ο Φαρνάκης, γιος του Μιθριδάτη, ανακηρύχθηκε φίλος και σύμμαχος των Ρωμαίων, καθώς ανακούφισε την Ιταλία από πλήθος δεινών. Σε ανταπόδοση, οι Ρωμαίοι τού έδωσαν τη βασιλεία του Βοσπόρου, εκτός της Φαναγορίας, της οποίας οι κάτοικοι αφέθηκαν ελεύθεροι και ανεξάρτητοι, καθώς υπήρξαν οι πρώτοι που αντιστάθηκαν στο Μιθριδάτη, όταν αυτός ανακτούσε τη δύναμή του συγκεντρώνοντας στόλο και νέες στρατιωτικές δυνάμεις και δημιουργώντας φυλάκια, και επειδή βοήθησαν άλλους να εξεγερθούν και αποτέλεσαν την αιτία της τελικής κατάρρευσης».6

Αργότερα ο Φαρνάκης πολιόρκησε και κατέλαβε την απείθαρχη Φαναγορία, παρά τη θέληση των Ρωμαίων. Σύμφωνα με τον Αππιανό (120): «Ο Φαρνάκης πολιόρκησε τη Φαναγορία και τις πόλεις που γειτνιάζουν με το Βόσπορο, έως ότου οι κάτοικοι της πρώτης αναγκάστηκαν λόγω λιμού να αντισταθούν, αφού νικήθηκαν σε μάχη. Ο Φαρνάκης δεν έβλαψε περαιτέρω τους Φαναγορείς, αλλά συμφιλιώθηκε μαζί τους, κράτησε ομήρους και αποχώρησε».

Σύμφωνα με επιγραφικές και νομισματικές μαρτυρίες, είτε επί Πολέμωνος Α΄ (14-9/8 π.Χ.), είτε κατά τη διάρκεια της βασιλείας της Δυνάμεως (9/8 π.Χ.-7/8 μ.Χ.), η Φαναγορία μετονομάστηκε προς τιμήν του Μάρκου Βιψανίου Αγρίππα (στρατηγού και θετού γιου του Αυγούστου) σε Αγριππεία. Παράλληλα, το Παντικάπαιο έγινε Καισάρεια προς τιμήν του Αυγούστου.

Κατά τους 3ο και 4ο αιώνα η Φαναγορία έπεσε σε οικονομική και πολιτιστική παρακμή, όπως μαρτυρούν τα αρχαιολογικά ευρήματα. Η διαδικασία «σαρματοποίησης» της Φαναγορίας εξελίχθηκε σταδιακά, ενώ οι ανασκαφή του νεκροταφείου έφερε στο φως πολλά μη ελληνικά ταφικά έθιμα.

Ο 4ος αιώνας υπήρξε κρίσιμος για την ιστορία της πόλης: Ορδές των νομάδων Ούννων εισέβαλαν στην παράκτια ζώνη της Μαύρης θάλασσας. Η Φαναγορία καταστράφηκε και κάηκε και οι περισσότεροι κάτοικοί της σκοτώθηκαν. Η καταστροφή που προκάλεσαν οι Ούννοι έβαλε τέλος στην ελληνορωμαϊκή περίοδο της ιστορίας της πόλης. Αργότερα, η Φαναγορία κατόρθωσε να ξεπεράσει την κρίση της εισβολής και να ξαναχτιστεί.

Παρά το γεγονός ότι, κατά το Μεσαίωνα, η πόλη δεν κατάφερε να φτάσει την παλαιότερη αίγλη, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο ανάμεσα στις πόλεις των βόρειων ακτών της Μαύρης θάλασσας. Η Φαναγορία αποτέλεσε ένα από τα διοικητικά κέντρα του Khazar Khaganat, το οποίο βρισκόταν ανάμεσα στο Βόλγα και το Δνείπερο. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε το γεγονός ότι ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Ιουστινιανός Β΄, ο οποίος κυβερνούσε στην Κωνσταντινούπολη κατά τα έτη 685-695 και 705-711, εξορίστηκε στη Φαναγορία.7

Κατά τον 7ο αιώνα η Φαναγορία ανακηρύχθηκε πρωτεύουσα της Μεγάλης Βουλγαρίας, η οποία αρχικά ταυτιζόταν με το πρώην βασίλειο του Βοσπόρου. Η πορεία του Βούλγαρου χαν Ασπαρούχ προς το Δούναβη, για να διευθετήσει την κατάσταση στα εδάφη που επρόκειτο να γίνουν βουλγαρικά, ξεκίνησε από τη Φαναγορία.

5. Οικονομία

Μέχρι σήμερα, έχει αποδειχθεί ότι η Φαναγορία έκοβε δικό της νόμισμα κατά περιόδους από τα τέλη του 5ου αι. π.Χ. έως τον 1ο αι. π.Χ. Το νόμισμά της είτε φέρει την επιγραφή «Φαναγοριτών», είτε συντμήσεις όπως «Φα» και «Φανα». Από τις αρχές του 1ου αι. μ.Χ. και εξής τα νομίσματα της πόλης έφεραν την επιγραφή «Αγριππέων».

Η χειροτεχνία ήταν ιδιαίτερα αναπτυγμένη στη Φαναγορία. Επικεντρωνόταν στο νοτιότερο τμήμα της πόλης, αν και μεμονωμένα εργαστήρια έχουν βρεθεί και σε άλλα μέρη. Σε ένα από αυτά τα εργαστήρια κατασκευάστηκε ένα χάλκινο άγαλμα ανθρώπινου μεγέθους – οι αρχαιολόγοι έφεραν στο φως τμήμα ενός εκμαγείου σε σχήμα ανθρώπινου ποδιού. Όπως φαίνεται, ο γλύπτης ζούσε εκεί, καθώς ένα τμήμα της οικίας του λειτουργούσε ως εργαστήριο. Στο ίδιο σημείο βρέθηκαν θραύσματα μαρμάρινων αγαλμάτων. Σε ένα άλλο εργαστήριο του 6ου αι. π.Χ. εργαζόταν ένας κοροπλάστης (παραγωγός πήλινων ειδωλίων). Στο εργαστήριο αυτό σώζονται οι κλίβανοι και οι μήτρες όπως και κάποια ειδώλια. Η εργασία του τεχνίτη διακόπηκε ξαφνικά: Διαμορφωμένα αλλά όχι ψημένα ειδώλια βρέθηκαν σκορπισμένα γύρω από τον κλίβανο.

Τα αρχαιολογικά ευρήματα που έφεραν στο φως οι ανασκαφείς είναι εκατοντάδες χιλιάδες, και τα πιο συνηθισμένα είναι τα θραύσματα αμφορέων. Οι αμφορείς αυτοί περιείχαν κρασί, ελαιόλαδο και κάποιες ξηρές τροφές, οι οποίες εισάγονταν στη Φαναγορία από τη Μεσόγειο και τη Μαύρη θάλασσα (Κλαζομενές, Χίος, Λέσβος, Ρόδος, Σάμος, Θάσος, Κόρινθος, Ηράκλεια, Σινώπη, Κνίδος, Κως κ.λπ.) επί εκατοντάδες χρόνια. Οι αμφορείς (έχουν ήδη βρεθεί περισσότερα από 3.000 σφραγίσματα αμφορέων μέχρι σήμερα) αποτελούν ένδειξη τόσο των εμπορικών διαδρομών και επαφών της Φαναγορίας όσο και του πλήθους των μεταφερόμενων προϊόντων. Για παράδειγμα, στη Φαναγορία ήρθε στο φως μεγάλος αριθμός αμφορέων που περιείχαν διάφορα ελληνικά προϊόντα ως αντάλλαγμα για τα σιτηρά, τα οποία χρονολογούνται σε μια εποχή όπου το εμπόριο σιτηρών με την Αθήνα είχε κορυφωθεί. Στη Φαναγορία έχει βρεθεί η λεγόμενη «Οικία του Σιτεμπόρου», χρονολογούμενη στον 5ο αι. π.Χ., η οποία περιείχε μεγάλο αριθμό πίθων θαμμένων στο έδαφος που χρησιμοποιούνταν για αποθήκευση σιτηρών. Παράλληλα, στον ίδιο χώρο βρέθηκε περίπου ένας τόνος σιτηρών που είχαν καεί.

Στο νότιο τμήμα της πόλης υπήρχε μια ολόκληρη περιοχή χειροτεχνών με καλοδιατηρημένους κλιβάνους κεραμικής (αμφορείς, κύπελλα, λυχνάρια, βαρίδια αλιείας και αγνύθες). Ήδη από τα τέλη του 6ου αι. π.Χ. η Φαναγορία είχε δική της κεραμική παραγωγή από τοπικό πηλό. Κατά τον 5ο αι. π.Χ. οι τοπικοί κεραμείς κατασκεύαζαν κεράμους προς χρήση στην αρχιτεκτονική διακόσμηση.

Οι κάτοικοι της Φαναγορίας ασχολούνταν με την αλιεία, όπως μαρτυρούν τα πολυάριθμα βαρίδια και τα χάλκινα αλιευτικά αγκίστρια. Η αμπελουργία ήταν επίσης διαδεδομένη, όπως μαρτυρούν οι εγκαταστάσεις πιεστηρίων και οι δεξαμενές κρασιού που έχουν βρεθεί.

Πολλά αγαθά τα οποία δεν παράγονταν στη Φαναγορία εισάγονταν στην πόλη από τη Μεσόγειο. Η πλειονότητά τους ήταν λατρευτικά αντικείμενα (μαρμάρινα αγάλματα και πήλινα ειδώλια θεών), χάλκινα πολυτελή αγγεία, πολύτιμοι λίθοι, κοσμήματα, κεραμική και άλλα.

6. Κοινωνική οργάνωση

Μετά την ίδρυσή της, η Φαναγορία αρχικά υπήρξε μια χαρακτηριστική ελληνική πόλη, δηλαδή μια ανεξάρτητη πόλη-κράτος, με δική της κυβέρνηση, βουλή, δήμο, χώρα και σύνορα. Θεωρείται όμως ότι, από τη στιγμή που εντάχθηκε στο βασίλειο του Βοσπόρου και υπήχθη στην κεντρική του διοίκηση με πρωτεύουσα το Παντικάπαιο, οι αυτόνομες λειτουργίες της δημοκρατικής πόλης πιθανότατα μειώθηκαν υπό το τυραννικό καθεστώς (κυρίως όσον αφορά τη διατήρηση των στρατιωτικών δυνάμεων της πόλης, τη ρύθμιση της εξωτερικής πολιτικής και το εμπόριο).

Οι επιγραφικές μαρτυρίες αναφέρονται σε έναν «ηγέτη της νήσου» (ο επί της νήσου) στη Φαναγορία, σε έναν «επικεφαλής της γραμματείας» (αφηγησάμενος του γραμματείου), σε ένα «λοχαγό» και έναν «πολιτάρχη».8 Πάντως, τα τιμητικά ψηφίσματα της Φαναγορίας κατά το 2ο αι. μ.Χ. εξακολουθούν να αναφέρονται στη βουλή και το δήμο.9

Μία από τις επιγραφές της Φαναγορίας κάνει αναφορά σε κάποιους «πελάτας», οι οποίοι ζουν στους ναούς ως υπηρέτες (στο ναό της Αφροδίτης ή της Αρτέμιδος Αγροτέρας).10 Στους «πελάτας» αυτούς περιλαμβάνονται οι εξαρτημένοι γεωργοί. Οι τελευταίοι αποτελούσαν μια κοινωνική κατηγορία που υπήρχε και σε άλλα μέρη του αρχαίου κόσμου. Οι απελευθερώσεις δούλων που αναφέρονται σε κάποιες επιγραφές της Φαναγορίας μαρτυρούν την ύπαρξή τους.11

Ως πρωτεύουσα της ασιατικής πλευράς του Βοσπόρου, η Φαναγορία βρισκόταν σε συνεχή επαφή με βαρβαρικούς σινδομαιωτικούς πληθυσμούς. Ως εκ τούτου, κυρίως κατά τον 3ο και 2ο αι. π.Χ., κάποιοι από τους τοπικούς πληθυσμούς διείσδυσαν στην πόλη και απέκτησαν πολιτικά δικαιώματα μέσω μεικτών γάμων. Κατά τον 5ο αι. π.Χ. η χειροποίητη κεραμική της Φαναγορίας ομοιάζει με τη σινδομαιωτική. Αυτό μαρτυράται επίσης από την εμφάνιση εκπροσώπων των τοπικών φυλών ανάμεσα στους κατοίκους της Φαναγορίας. Είναι γνωστό ότι τα βαρβαρικά φύλα παρείχαν πολεμικές δυνάμεις στους ηγεμόνες του Βοσπόρου, συμμετείχαν στην οικονομική ζωή της πόλης, ενώ η αριστοκρατία τους αναμειγνυόταν με την άρχουσα τάξη του Βοσπόρου. Τα λεγόμενα τάμγκα (σύμβολα των Ιρανών αριστοκρατών) έρχονται συχνά στο φως στις ανασκαφές των ελληνικών πόλεων.

7. Θρησκεία

Οι αναθηματικές επιγραφές και οι περιγραφές των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων μαρτυρούν ότι οι σημαντικότερες λατρείες στη Φαναγορία,12 όπως και στις υπόλοιπες πόλεις του Βοσπόρου,13 ήταν αυτές του Απόλλωνος Ιατρού και της Αφροδίτης Ουρανίας ή Απατουρίας. Στην περιγραφή της Φαναγορίας, ο Στράβων αναφέρει:14 «Στη Φαναγορία υπάρχει επίσης ένας σημαντικός ναός της Απατουρίας Αφροδίτης. Σύμφωνα με τους μελετητές, η ετυμολογία του επιθέτου της θεάς προέρχεται από ένα μύθο, σύμφωνα με τον οποίο οι Γίγαντες επιτέθηκαν στη θεά στη Φαναγορία. Η θεά ζήτησε τη βοήθεια του Ηρακλή και τον έκρυψε σε μια σπηλιά, όπου, καθώς άφηνε τους Γίγαντες να μπαίνουν ένας ένας, ο Ηρακλής τούς σκότωνε με δόλο». Όπως αναφέρει μία από τις αναθηματικές επιγραφές που βρέθηκαν στη Φαναγορία, κάποιος Απολλόδωρος, γιος του Φαναγόρη, κατά τη βασιλεία του Παιρισάδη Α΄, βασιλιά του Βοσπόρου (344/343-311/310 π.Χ.), αφιέρωσε ένα άγαλμα στην Ουρανία Αφροδίτη, την «κυρία του Απατούρου».15 Επίσης, βρέθηκαν αναθηματικές επιγραφές που επιβεβαιώνουν τη λατρεία του Απόλλωνος Ιατρού (μια παμβοσπορική λατρεία), του Ηρακλή, της Αρτέμιδος Αγροτέρας ή της Εφεσίας Αρτέμιδος στις ελληνικές πόλεις της χερσονήσου του Ταμάν και τη Φαναγορία. Στο προάστιο της Φαναγορίας Θιάννεα βρισκόταν ο ναός άγνωστης θεότητας,16 ενώ στη Διόκλεια, ένα άλλο προάστιο, υπήρχε ναός του Απόλλωνα.17 Ο μεγάλος αριθμός κεραμικών οστράκων, που συνδέονται με τη λατρεία της Δήμητρας και της Κόρης, με τους Καβείρους, την Αφροδίτη και την Άρτεμη, υποδεικνύει τις θεότητες που λατρεύονταν στους ναούς της Φαναγορίας. Κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο πολλοί βασιλείς του Βοσπόρου ήταν και αρχιερείς της αυτοκρατορικής λατρείας.18 Συχνά οι πολίτες ενώνονταν σε θρησκευτικές κοινότητες (θίασοι). Σώζονται σε επιγραφές πολλοί κατάλογοι με τα μέλη αυτών των θιάσων.19

Τόσο οι γραπτές όσο και οι αρχαιολογικές πηγές αποδεικνύουν την ύπαρξη εβραϊκών και χριστιανικών κοινοτήτων στη Φαναγορία. Μάλιστα, η συναγωγή της Φαναγορίας, γνωστή σε εμάς από μια επιγραφή του 51 μ.Χ., είναι μία από παλαιότερες της βόρειας ακτής της Μαύρης θάλασσας. Εκατοντάδες εβραϊκοί τάφοι με απεικόνιση της μενορά αποκαλύφθηκαν κατά τη διάρκεια ανασκαφών στο νεκροταφείο της πόλης. Σύμφωνα με επιγραφικές πηγές, κοντά στη Φαναγορία υπήρχε ναός της Αστάρα-Σανεργού.20

8. Πολιτισμός

Λίγα γνωρίζουμε για την πολιτιστική ζωή της πόλης. Σύμφωνα με αρχαιολογικές και επιγραφικές πηγές, στη Φαναγορία υπήρχε ένα ελληνιστικό γυμνάσιο,21 το οποίο αναφέρεται και σε μια ρωμαϊκή επιγραφή.22 Επίσης, στην πόλη ζούσαν ποιητές, έργα των οποίων έχουν βρεθεί σε επιγραφές.23 Ακόμα ανασκάφηκαν υπολείμματα ελληνιστικών οικιών με ίχνη πολύχρωμης διακόσμησης. Αυτό αποδεικνύει τόσο τη ζήτηση για πολυτελείς κατασκευές όσο και την ικανότητα και τεχνογνωσία των ντόπιων καλλιτεχνών.

9. Αστικός σχεδιασμός και αρχιτεκτονική

Οι ανασκαφές στη Φαναγορία άρχισαν το 19ο αιώνα. Την εποχή εκείνη οι αρχαιολόγοι ενδιαφέρονταν μόνο για τάφους στους οποίους αναζητούσαν ευρήματα αρκετά πολυτελή για να κοσμήσουν τις αυτοκρατορικές συλλογές του Ερμιτάζ στην Αγία Πετρούπολη. Οι συστηματικές ανασκαφές άρχισαν το 1936, με επικεφαλής το διάσημο Ρώσο αρχαιολόγο V.D. Blavatskij. Οι επόμενοι διευθυντές των ανασκαφών ήταν οι M.M. Kobylina, V.S. Dolgorukij και, πιο πρόσφατα, ο V.V. Kuznetsov. Στο πέρασμα των αιώνων τα λίθινα ερείπια της Φαναγορίας χρησιμοποιήθηκαν από τους ντόπιους κατοίκους και τους στρατιώτες προκειμένου να χτίσουν σπίτια, εκκλησίες και οχυρά. Το μάρμαρο κάηκε γα να δώσει ασβέστη, οπότε, στα μέσα του 19ου αιώνα, στην επιφάνεια του εδάφους δεν υπήρχε κανένα κτήριο, και πολλές επιγραφές εξαφανίστηκαν. Πάντως, οι ανασκαφές επέτρεψαν τη χρονολόγηση της πόλης, των καθορισμό των ορίων της, της τοποθεσίας του νεκροταφείου της κ.ά.

Επιπλέον, οι ανασκαφές απέδειξαν ότι τις τρεις πλευρές της πόλης περικύκλωναν πέτρινα τείχη με πύλες. Η πόλη είχε συμμετρικό σχεδιασμό, ενώ οι δρόμοι και οι τοίχοι των κτηρίων ήταν αυστηρά προσανατολισμένοι στα τέσσερα κύρια σημεία του ορίζοντα. Η αγορά βρισκόταν στο κέντρο της πόλης και περιλάμβανε δημόσια κτήρια, αγάλματα και το ναό της Αφροδίτης (;). Σύμφωνα με τον Αππιανό, στο υψηλότερο σημείο της πόλης υπήρχε ακρόπολη. Ο ίδιος αναφέρει τα τείχη στα οποία επιτέθηκαν οι Φαναγόριοι που είχαν εξεγερθεί ενάντια στο Μιθριδάτη Ευπάτορα.24 Πιθανότατα τα τείχη ήταν ξύλινα, καθώς οι στασιαστές κατόρθωσαν να τα κάψουν ολοσχερώς.

Κατά τη διάρκεια των αρχαιολογικών ανασκαφών της Φαναγορίας βρέθηκαν πολυάριθμα ερείπια κτηρίων διαφορετικών περιόδων. Κατά την Αρχαϊκή περίοδο οι περισσότερες οικίες κατασκευάζονταν με πλίνθους, αργότερα από λίθους, αν και οι πλίνθοι δεν έπαψαν να είναι σε χρήση (ο λόγος ήταν ότι η χερσόνησος του Ταμάν δεν ήταν πλούσια σε λατομεία). Κατά την Κλασική περίοδο (4ος αι. π.Χ.), οι οικίες που χτίστηκαν ήταν κυρίως μεγάλες και καλές κατασκευές, με εμβαδό περίπου 200 τ.μ. Οι σπουδαιότεροι δρόμοι και πλατείες είχαν πλακοστρωθεί, ενώ τα λιγότερο σημαντικά τμήματα της πόλης ήταν καλυμμένα με κεραμικά όστρακα. Τα πλέον ενδιαφέροντα δημόσια κτήρια είναι ένα γυμνάσιο στο δυτικό προάστιο της πόλης, με υπολείμματα κιονοστοιχίας, κονιάματος και κεραμοσκεπής, καθώς και ο προαναφερθείς ναός της Αφροδίτης. Βρέθηκαν επίσης πηγάδια δημόσιας χρήσης και κεραμικοί κλίβανοι.

Η πόλη έφτασε το μεγαλύτερο μέγεθός της κατά την περίοδο της οικονομικής ευημερίας της, δηλαδή ανάμεσα στον 4ο και το 2ο αι. π.Χ.

Η Φαναγορία περιβάλλεται από μια τεράστια νεκρόπολη αποτελούμενη από διαφορετικούς τύπους ταφών: από τις απλές ταφές έως και τους λίθινους θόλους που καλύπτονται από τεράστιους τύμβους. Οι ανασκαφές του νεκροταφείου της Φαναγορίας έδειξαν ότι οι ταφές των κατοίκων αντικατόπτριζαν τον πλούτο τους. Υπήρχαν διαφορετικοί τύποι τάφων: λακκοειδείς, πλινθόκτιστοι, απλοί λίθινοι, κρύπτες σκαμμένες στο φυσικό έδαφος, θαλαμωτοί τάφοι στους οποίους ήταν τοποθετημένες σαρκοφάγοι από κυπαρισσόξυλο ή μάρμαρο. Κάποιοι από τους τύμβους της νεκρόπολης (ο Bol'shaja Bliznitsa, για παράδειγμα) περιείχαν μοναδικά ευρήματα, όπως εντυπωσιακά κοσμήματα (χρυσά δαχτυλίδια, ενώτια, περιβραχιόνια, επιστήθια, αργυρά πινάκια, πήλινα ειδώλια κ.ά.). Τα παιδιά συχνά ενταφιάζονταν σε εγχυτρισμούς.

Όσον αφορά την τρίτη περιοχή της αρχαίας πόλης, σήμερα βρίσκεται βυθισμένη στα νερά του κόλπου του Ταμάν. Οι υποβρύχιες ανασκαφές, οι οποίες άρχισαν στα τέλη της δεκαετίας του 1950 και συνεχίζονται εντατικά σήμερα, έδειξαν ότι ο βυθός του κόλπου (μια περιοχή 20 εκταρίων) καλύπτεται από τα ερείπια κτηρίων. Σε μια περιοχή βρέθηκαν πολυάριθμα μαρμάρινα αρχιτεκτονικά λείψανα αποδιδόμενα σε ένα μεγάλο κτήριο: βρέθηκε τμήμα της επιστυλίας δοκού, του κατωφλιού και βάσεις κιόνων. Βρέθηκε επίσης τμήμα γυναικείου μαρμάρινου αγάλματος, καθώς και κάποιες καλοδιατηρημένες ελληνικές επιγραφές.